Δημοσιεύθηκε: Τετάρτη 1 / 4 / 2026 , 16:11 από news_room
Ελλάδα – Ωδείο Αθηνών, Βαγγέλης Καρπαθάκης| Με τη συμμετοχή πλήθους επιστημόνων από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό ξεκινά σήμερα, 1η Απριλίου, το 53ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Σακχαρώδη Διαβήτη, το οποίο θα διαρκέσει έως τις 4 Απριλίου και πραγματοποιείται με φυσική παρουσία στο Ωδείο Αθηνών, έναν χώρο με ιδιαίτερο ιστορικό και πολιτιστικό φορτίο.
Το συνέδριο της Ελληνικής Εταιρίας Ενδοκρινολογίας αποτελεί τη σημαντικότερη ετήσια επιστημονική συνάντηση της ελληνικής ενδοκρινολογικής κοινότητας, συγκεντρώνοντας κορυφαίους ειδικούς, ερευνητές και επαγγελματίες υγείας με στόχο την ανταλλαγή γνώσεων και την ανάδειξη των νεότερων εξελίξεων στον τομέα.
Η πρώτη ημέρα του συνεδρίου περιλαμβάνει πλούσιο επιστημονικό πρόγραμμα, με θεματικές που εκτείνονται από τη σταδιοποίηση κινδύνου στον διαφοροποιημένο καρκίνο του θυρεοειδούς έως τη σύγχρονη προσέγγιση της εξατομικευμένης ιατρικής σε ασθενείς με ακρομεγαλία και τη διαχείριση σπάνιων αλλά κρίσιμων παθήσεων όπως το καρκίνωμα των επινεφριδίων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το στρογγυλό τραπέζι για την επίδραση των θυρεοειδικών νοσημάτων στην εγκυμοσύνη, με τους ειδικούς να επισημαίνουν ότι «δε χρειάζεται πανικός», αναδεικνύοντας τη σημασία της σωστής ενημέρωσης και παρακολούθησης. Το πρόγραμμα της ημέρας ολοκληρώνεται με την εναρκτήρια τελετή, χαιρετισμούς και απονομή βραβείων, ενώ θα ακολουθήσει δεξίωση για τους συμμετέχοντες.
Στον διατυπωμένο χαιρετισμό του, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας, Νεοκλής Γεωργόπουλος, καλωσορίζει τους συνέδρους επισημαίνοντας τη σημασία της φετινής διοργάνωσης λέγοντας : «Είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς που η φετινή κεντρική συνάντησή μας γίνεται σε έναν χώρο άρρηκτα συνδεδεμένο με τη νεότερη πολιτιστική μας κληρονομιά». Όπως τονίζει, το 53ο συνέδριο ενδοκρινολογίας δίνει έμφαση σε θέματα κλινικού ενδιαφέροντος από όλο το φάσμα της ειδικότητας, ενώ υπογράμμισε τη σημασία των συνεργασιών με άλλες επιστημονικές εταιρείες και τη συμμετοχή διακεκριμένων ομιλητών από το εξωτερικό, καθώς και την αναφορά στην ευρωπαϊκή εμπειρία για τα εθνικά μητρώα σπανίων νοσημάτων. Παράλληλα, εκφράζει την προσδοκία για «ενεργό συμμετοχή» των συνέδρων σε μια διοργάνωση υψηλού επιστημονικού επιπέδου.
Από την πλευρά της, η Εκπαιδευτική Επιτροπή στο διατυπωμένο μήνυμά της υπογραμμίζει ότι το επιστημονικό πρόγραμμα σχεδιάστηκε με στόχο να αποτυπώσει τις σύγχρονες εξελίξεις και να ενισχύσει τον δημιουργικό διάλογο μεταξύ κλινικών και ερευνητών. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «το πρόγραμμα του συνεδρίου έχει σχεδιαστεί ώστε να καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων της σύγχρονης ενδοκρινολογίας και του μεταβολισμού», δίνοντας έμφαση σε πεδία όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η παχυσαρκία, οι παθήσεις του θυρεοειδούς, οι διαταραχές του οστικού μεταβολισμού και η καρδιαγγειακή ενδοκρινολογία.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στη συμμετοχή νέων ερευνητών και ειδικευόμενων ιατρών, με την Επιτροπή να σημειώνει ότι η ενεργός παρουσία τους «συμβάλλει καθοριστικά στην πρόοδο της επιστημονικής γνώσης και στη διαμόρφωση της επόμενης γενιάς ενδοκρινολόγων».
Το συνέδριο αναμένεται να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την επιστημονική κοινότητα, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη πλατφόρμα ενημέρωσης, ανταλλαγής απόψεων και ενίσχυσης της συνεργασίας, με στόχο την περαιτέρω ανάπτυξη της ενδοκρινολογίας στην Ελλάδα και τη βελτίωση της φροντίδας των ασθενών και είναι ενεργό για εγγραφές προς όλους όσοι επιθυμούν να το παρακολουθήσουν.
1η συνεδρία Σταδιοποίηση (Κατάταξη) κινδύνου στον διαφοροποιημένο καρκίνο
του θυρεοειδούς με εισηγήτρια την Μαρίνα Μιχαλάκη, Επίκουρη Καθηγήτρια του Ιατρικού Τμήματος Σχολής
Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου Πατρών.
Στο πλαίσιο της έναρξης του 53ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Σακχαρώδη Διαβήτη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η πρώτη συνεδρία «Συνάντηση με τον ειδικό 01», υπό τον συντονισμό της Ζωή Ευσταθιάδου, με θέμα τη σταδιοποίηση του κινδύνου στον διαφοροποιημένο καρκίνο του θυρεοειδούς. Κεντρική εισηγήτρια ήταν η Μαρίνα Μιχαλάκη, η οποία ανέδειξε κρίσιμες πτυχές της σύγχρονης κλινικής προσέγγισης.
Όπως τόνισε, αν και η θνητότητα στον διαφοροποιημένο καρκίνο του θυρεοειδούς δεν είναι συχνό φαινόμενο, οι ασθενείς έρχονται συχνότερα αντιμέτωποι με την εμμονή ή την υποτροπή της νόσου. Για τον λόγο αυτό, υπογράμμισε τη σημασία της σαφούς διάκρισης μεταξύ δύο βασικών εννοιών: της θνητότητας, που προβλέπεται από το σύστημα TNM, και του κινδύνου υποτροπής, που εκτιμάται μέσω του συστήματος ATA Risk Stratification System (RSS). Η διπλή αυτή προσέγγιση θεωρείται απαραίτητη για την ορθή εκτίμηση της πορείας της νόσου.
Η ομιλήτρια επεσήμανε ότι με τη διάγνωση κάθε ασθενής θα πρέπει να σταδιοποιείται τόσο με βάση το TNM όσο και με βάση το RSS, ώστε να καθίσταται δυνατή η εξατομίκευση της θεραπείας. Αυτό επιτρέπει αφενός την αποφυγή της υπερθεραπείας και αφετέρου την έγκαιρη αναγνώριση επιθετικών μορφών της νόσου, οι οποίες απαιτούν πιο εντατική αντιμετώπιση.
Αναφερόμενη στο σύστημα TNM της AJCC/UICC (8η έκδοση, σε ισχύ από το 2018), η κ. Μιχαλάκη σημείωσε ότι αποτελεί το ευρύτερα χρησιμοποιούμενο εργαλείο σταδιοποίησης διεθνώς. Πρόκειται για ένα κυρίως ανατομικό σύστημα, το οποίο λαμβάνει υπόψη παραμέτρους όπως η ηλικία του ασθενούς, η παρουσία απομακρυσμένων μεταστάσεων, η εξωθυρεοειδική επέκταση, η προσβολή γειτονικών ιστών, το μέγεθος του όγκου και η συμμετοχή λεμφαδένων.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην πρόγνωση των ασθενών, με τα δεδομένα να δείχνουν ότι τα πρώιμα στάδια της νόσου συνδέονται με εξαιρετικά υψηλά ποσοστά δεκαετούς επιβίωσης, που αγγίζουν το 99–100% για το στάδιο 1. Ωστόσο, όσο προχωρά το στάδιο της νόσου, η πρόγνωση επιδεινώνεται. Επιπλέον, υπογραμμίστηκε ότι το θυλακιώδες καρκίνωμα παρουσιάζει υψηλότερη θνητότητα σε σύγκριση με το θηλώδες, ακόμη και όταν ανήκουν στο ίδιο στάδιο.
Στη συνέχεια παρουσιάστηκε το νεότερο σύστημα ταξινόμησης κινδύνου της ATA, το οποίο εισάγει σημαντικές καινοτομίες, όπως η διάκριση σε τέσσερις κατηγορίες κινδύνου και η ενσωμάτωση περισσότερων ιστοπαθολογικών παραμέτρων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η διήθηση χειρουργικών ορίων και η εντόπιση της νόσου, ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι δεν περιλαμβάνονται ακόμη γενετικοί δείκτες.
Η πρακτική διάσταση των παραπάνω αναδείχθηκε μέσα από την παρουσίαση κλινικού περιστατικού έφηβης ασθενούς με θυλακιώδες καρκίνωμα. Όπως επισημάνθηκε, η σωστή κατηγοριοποίηση του κινδύνου υποτροπής απαιτεί λεπτομερή αξιολόγηση της ιστολογικής εικόνας και δεν μπορεί να βασιστεί σε αποσπασματικά δεδομένα. Η περίπτωση ανέδειξε τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι κλινικοί ιατροί στην καθημερινή πράξη, καθώς η θεωρητική γνώση συχνά δεν επαρκεί χωρίς πλήρη και ακριβή δεδομένα.
Κλείνοντας, τέθηκε ένα κρίσιμο ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία της αμφοτερόπλευρης πολυεστιακότητας και τα όρια μεγέθους των εστιών, αναδεικνύοντας ότι ακόμη και με τα πλέον σύγχρονα εργαλεία, η κλινική κρίση παραμένει καθοριστικός παράγοντας στη λήψη αποφάσεων.
* Αυτό το άρθρο δεν είναι συμβουλευτικό. Το άρθρο δεν απαντά με κανέναν τρόπο σε ιατρικά θέματα. Το μέρος της δημοσιευμένης συνεδρίας αφορούσε ειδικό επιστημονικό προσωπικό & ιατρούς από το παραπάνω συνέδριο.
Πηγή – Φωτογραφίες: Βαγγέλης Καρπαθάκης






