Δημοσιεύθηκε: Δευτέρα 2 / 3 / 2026 , 15:01 από news_room
Με εκκλησιαστική λαμπρότητα και κατάνυξη εορτάστηκε η Κυριακή της Ορθοδοξίας στον Ιερός Καθεδρικός Ναός Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Σύδνεϋ, παρουσία πλήθους πιστών και εκπροσώπων της ομογένειας. Της ιεράς πανηγύρεως προέστη ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Μακάριος, ο οποίος χοροστάτησε στην Ακολουθία του Όρθρου και προεξήρχε της Τρισαρχιερατικής Θείας Λειτουργίας, πλαισιούμενος από τους Θεοφιλεστάτους Επισκόπους Μαγνησίας κ. Χριστόδουλο, Αρχιγραμματέα της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου, και Κερασούντος κ. Χριστοφόρο, Πρωτοσύγκελλο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας.
Συμπροσευχόμενος παρέστη ο Αγιορείτης Ιερομόναχος π. Αντίπας, Γέροντας του Ιβηριτικού Κελλίου της Αγίας Άννης Καρυών του Άγιον Όρος, ο οποίος και κατά την εφετινή Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή διακονεί το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως στην τοπική Εκκλησία. Ανάμεσα στο εκκλησίασμα διακρίνονταν ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στο Σύδνεϋ κ. Γεώργιος Σκέμπερης, Άρχοντες της Μ.τ.Χ.Ε., Πρόεδροι και εκπρόσωποι Ενοριών – Κοινοτήτων, Οργανισμών και Ιδρυμάτων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής, καθώς και ο Πρόεδρος της Ορθοδόξου Χριστιανικής Ενώσεως Δρ Ιωάννης Ψαρομμάτης μετά των συνεργατών του. Παρόντες ήταν ακόμη μαθητές και μαθήτριες του Ελληνορθόδοξο Κολλέγιο Αγίου Σπυρίδωνος Σύδνεϋ, μαζί με Διδασκάλους των Κατηχητικών Σχολείων, οι οποίοι έλαβαν την ευλογία της Εκκλησίας για την έναρξη του νέου σχολικού και κατηχητικού έτους.
Κατά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, τελέστηκε η καθιερωμένη λιτάνευση των Ιερών Εικόνων, εις ανάμνησιν της οριστικής αναστηλώσεώς τους το έτος 843 μ.Χ. και του θριάμβου της Ορθοδοξίας κατά της πλάνης των εικονομάχων. Η λιτανευτική πομπή, εντός του Καθεδρικού Ναού, υπήρξε έκφραση πίστεως και ομολογίας, υπενθυμίζοντας ότι η τιμή προς τις άγιες εικόνες διαβαίνει προς το πρωτότυπο πρόσωπο και αποτελεί μαρτυρία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού.
Στην ομιλία του, ο Σεβασμιώτατος εστίασε στο γεγονός ότι η αναστήλωση των εικόνων, έπειτα από μακρά περίοδο ταραχών και διχασμού, σήμανε την αποκατάσταση της ειρήνης στους κόλπους της Εκκλησίας. Υπογράμμισε ότι η ειρήνη κατέχει κεντρική θέση στη λειτουργική και μυστηριακή ζωή της Ορθοδοξίας, επισημαίνοντας τις επανειλημμένες δεήσεις της Θείας Λειτουργίας: «Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν», «Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης» και «Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου». Η ειρήνη, όπως τόνισε, δεν αποτελεί απλώς απουσία συγκρούσεων, αλλά εσωτερική κατάσταση συμφιλιώσεως του ανθρώπου με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, η οποία ακτινοβολεί και στην κοινωνική ζωή.
Εκφράζοντας την ποιμαντική του αγωνία για τις πολεμικές συρράξεις που κλιμακώνονται διεθνώς, υπογράμμισε ότι η Εκκλησία διαχρονικά αντιτίθεται στους επεκτατικούς πολέμους και ουδέποτε χρησιμοποίησε βία για να επιβληθεί. «Σε αντίθεση με τους ισχυρούς της γης», ανέφερε, «η Εκκλησία πάντοτε διεξήγε ιεραποστολικούς αγώνες, μεταφέροντας με θυσία και αυταπάρνηση το Ευαγγέλιο του Χριστού στα πέρατα της οικουμένης». Η μαρτυρία της Εκκλησίας, πρόσθεσε, είναι μαρτυρία σταυρικής αγάπης και ειρήνης.
Απευθυνόμενος ιδιαιτέρως προς τους κατηχητές, τους προέτρεψε κατά το νέο έτος να δώσουν έμφαση στη διδασκαλία περί της ειρήνης του Θεού, ώστε τα παιδιά και οι νέοι να εφοδιαστούν πνευματικά και να καταστούν φορείς συμφιλιώσεως και ενότητος. Εξέφρασε τις θερμές του ευχαριστίες προς την Ορθόδοξη Χριστιανική Ένωση, τον Πρόεδρό της Δρ Ιωάννη Ψαρομμάτη και τους συνεργάτες του για τη συστηματική και καρποφόρο διακονία τους στο κατηχητικό έργο της τοπικής Εκκλησίας, ευχόμενος όπως ο Θεός ευλογεί και ενισχύει κάθε προσπάθεια πνευματικής οικοδομής της νεολαίας.
Τέλος, ο Αρχιεπίσκοπος απηύθυνε λόγους αδελφικής αγάπης και ευγνωμοσύνης προς τον π. Αντίπα, ευχαριστώντας τον για την ευλογητή παρουσία του και την πολύτιμη συμβολή του στην πνευματική προετοιμασία των πιστών κατά την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η πανηγυρική αυτή σύναξη κατέδειξε, για ακόμη μία φορά, την ενότητα, τη ζωντάνια και το ομολογιακό φρόνημα της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην πέμπτη ήπειρο.
