Δημοσιεύθηκε: Τρίτη 17 / 2 / 2026 , 8:01 από news_room
Η υπογραφή των συμφωνιών έρευνας και πιθανής εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της κοινοπραξίας Chevron–HelleniQ Energy για τις θαλάσσιες περιοχές νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Τμήματος Ενέργειας και Περιβάλλοντος του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, το οποίο κάνει λόγο για επικοινωνιακό θόρυβο χωρίς ουσιαστικό εθνικό σχέδιο. Όπως επισημαίνεται σε ανακοίνωση, η κυβέρνηση της Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να παρουσιάσει την εξέλιξη ως ιστορικό ορόσημο για την ενεργειακή ασφάλεια και τη γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας, ωστόσο η ενεργειακή πολιτική –όπως τονίζεται– δεν μπορεί να ασκείται με όρους εντυπώσεων, αλλά με θεσμική σοβαρότητα, στρατηγικό σχεδιασμό και διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος.
Στην ανακοίνωση γίνεται αναφορά στις παλαιότερες δηλώσεις της κυβέρνησης ότι «δεν θα κάνουμε το Αιγαίο Κόλπο του Μεξικού» και ότι το ενδιαφέρον εστιαζόταν στο φυσικό αέριο και όχι στο πετρέλαιο, ενώ επισημαίνεται ότι επί επτά χρόνια δεν προχώρησε ουσιαστικά καμία από τις ώριμες παραχωρήσεις που είχαν υπογραφεί το 2019 από την τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με την ExxonMobil και την Total. Οι συμβάσεις εκείνες, σύμφωνα με την ανακοίνωση, είχαν διασφαλίσει τη δημόσια παρουσία και τον έλεγχο μέσω των ΕΛΠΕ, ενώ η περίοδος αδράνειας από το 2019 έως σήμερα παρουσιάζεται ως ένδειξη έλλειψης συνεκτικού εθνικού σχεδίου.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη ενίσχυσης των αρμόδιων δημόσιων υπηρεσιών, τεχνικής και ρυθμιστικής επάρκειας, σαφών όρων δημόσιου ελέγχου και πλήρους διαφάνειας για έργα τέτοιου μεγέθους. Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνεται ότι η μείωση της συμμετοχής του Δημοσίου στο «οικόπεδο 2» στο Ιόνιο από 25% σε 10%, χωρίς εμφανές αντάλλαγμα, εγείρει ερωτήματα ως προς τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος.
Αναφορικά με τη στρατηγική για τον λεγόμενο «Κάθετο Διάδρομο» και τη φιλοδοξία ανάδειξης της χώρας σε ενεργειακό κόμβο, το Τμήμα Ενέργειας και Περιβάλλοντος εκφράζει ανησυχίες ότι ενδέχεται να δημιουργούνται νέες εξαρτήσεις αντί να ενισχύεται η ενεργειακή αυτονομία. Στο επίκεντρο τίθεται και η εμπλοκή της ΔΕΠΑ Εμπορίας σε κοινοπραξίες όπως η Atlantic–SEE, με συμμετοχή ιδιωτών και συμβατικές δεσμεύσεις με την αμερικανική Venture Global, γεγονός που –όπως σημειώνεται– εγείρει ζητήματα οικονομικής βιωσιμότητας, κατανομής ρίσκου και προστασίας του δημόσιου συμφέροντος. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η αγορά LNG χαρακτηρίζεται από υψηλή μεταβλητότητα τιμών και αβεβαιότητα ζήτησης, υπογραμμίζεται ότι δεν θα πρέπει να αναλαμβάνονται μακροχρόνιες δεσμεύσεις χωρίς πλήρη διαφάνεια, σαφή στρατηγικό σχεδιασμό και ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Παράλληλα, γίνεται λόγος για αυξανόμενη πίεση προκειμένου να επιδοτηθούν νέες μονάδες επαναεριοποίησης (FSRU) με εθνικούς πόρους, με την επισήμανση ότι οι δημόσιοι πόροι δεν μπορούν να λειτουργούν ως εγγύηση ιδιωτικού επιχειρηματικού ρίσκου. Αντίθετα, προκρίνεται η κατεύθυνσή τους προς τη χρηματοδότηση της ενεργειακής μετάβασης, την αποθήκευση ενέργειας, την ενίσχυση των Ενεργειακών Κοινοτήτων και της αυτοπαραγωγής/αυτοκατανάλωσης, ώστε να μειώνεται άμεσα και διατηρήσιμα το ενεργειακό κόστος για πολίτες και επιχειρήσεις.
Την ίδια ώρα, επισημαίνεται ότι παρά τα αφηγήματα περί «ελληνικού Ελντοράντο υδρογονανθράκων» και γεωπολιτικής αναβάθμισης, νοικοκυριά και επιχειρήσεις εξακολουθούν να δοκιμάζονται από υψηλές τιμές ενέργειας, αυξημένο κόστος πρώτων υλών και ακριβό δανεισμό, σε περιβάλλον χαμηλών μισθών και ασφυκτικών συνθηκών ανταγωνισμού. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η ενεργειακή πολιτική οφείλει να υπηρετεί κατά προτεραιότητα την κοινωνική συνοχή, τη μείωση του κόστους για τους πολίτες και την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας.
Καταληκτικά, ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ δηλώνει ότι δεν αντιμετωπίζει ιδεοληπτικά την αξιοποίηση των φυσικών πόρων, ωστόσο υπογραμμίζει ότι η διερεύνηση υδρογονανθράκων μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εθνικού σχεδιασμού μόνο εφόσον διασφαλίζονται ο δημόσιος έλεγχος, η διαφάνεια και η ένταξή της σε μια συνολική στρατηγική δίκαιης ενεργειακής μετάβασης. Οι συμβάσεις που υπογράφηκαν, σημειώνεται, θα κριθούν αναλυτικά όταν κατατεθούν στη Βουλή, όπου και θα αποδειχθεί αν υπηρετούν το εθνικό συμφέρον ή αν συνιστούν ακόμη ένα κεφάλαιο μιας πολιτικής που επενδύει περισσότερο στην εικόνα παρά στη στρατηγική ουσία.
