Δημοσιεύθηκε: Τετάρτη 25 / 2 / 2026 , 11:48 από news_room
Τα οριστικά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού για τον Ιανουάριο του 2026, όπως ανακοινώθηκαν από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, αποτυπώνουν μια σύνθετη δημοσιονομική εικόνα: από τη μία πλευρά καταγράφεται πρωτογενές πλεόνασμα 3,511 δισ. ευρώ σε τροποποιημένη ταμειακή βάση, σημαντικά υψηλότερο από τον στόχο των 1,751 δισ. ευρώ, από την άλλη όμως η «καθαρή» υπέρβαση έναντι των στόχων περιορίζεται μόλις στα 109 εκατ. ευρώ, όταν αφαιρεθούν οι ετεροχρονισμοί πληρωμών που δεν επηρεάζουν το αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης σε δημοσιονομικούς όρους. Παράλληλα, τα καθαρά φορολογικά έσοδα εμφανίζουν αισθητή υστέρηση έναντι των προβλέψεων, στοιχείο που δημιουργεί προβληματισμό για τη δυναμική των εσόδων στην αρχή του έτους.
Σε επίπεδο συνολικού ισοζυγίου, ο κρατικός προϋπολογισμός κατέγραψε πλεόνασμα 2,288 δισ. ευρώ, έναντι στόχου για πλεόνασμα 543 εκατ. ευρώ για το αντίστοιχο διάστημα, αλλά και έναντι πλεονάσματος 758 εκατ. ευρώ τον Ιανουάριο του 2025. Το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε στα 3,511 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον στόχο, ωστόσο η εικόνα αυτή επηρεάζεται καθοριστικά από τη συγκράτηση των δαπανών. Συγκεκριμένα, ποσό 1,272 δισ. ευρώ αφορά ετεροχρονισμό μεταβιβαστικών πληρωμών προς φορείς της γενικής κυβέρνησης, ενώ 379 εκατ. ευρώ σχετίζονται με ετεροχρονισμό πληρωμών στο σκέλος των επενδυτικών δαπανών. Εξαιρουμένων αυτών των παραγόντων, η πραγματική δημοσιονομική υπέρβαση περιορίζεται στα 109 εκατ. ευρώ, γεγονός που δείχνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της θετικής απόκλισης οφείλεται σε μεταθέσεις πληρωμών και όχι σε ουσιαστική υπεραπόδοση εσόδων.
Στο σκέλος των εσόδων, τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 6,138 δισ. ευρώ, εμφανίζοντας οριακή αύξηση κατά 35 εκατ. ευρώ ή 0,6% έναντι του στόχου. Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται όταν εξεταστούν τα καθαρά φορολογικά έσοδα εξαιρουμένων των λογιστικών εγγραφών που σχετίζονται με τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατία Οδός. Τα έσοδα από φόρους ανήλθαν συνολικά σε 6,118 δισ. ευρώ, περιλαμβάνοντας ποσό 306 εκατ. ευρώ που αφορά ΦΠΑ 24% επί του τιμήματος της συναλλαγής για την παραχώρηση της Εγνατίας Οδού, το οποίο καταγράφηκε και επιστράφηκε ισόποσα. Αν αφαιρεθεί αυτό το ποσό, τα φορολογικά έσοδα διαμορφώνονται σε 5,812 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 324 εκατ. ευρώ ή 5,3% έναντι του στόχου, κυρίως λόγω μειωμένων εισπράξεων από ΦΠΑ και Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης που συνδέονται με ενεργειακά προϊόντα.
Ειδικότερα, τα έσοδα από ΦΠΑ ανήλθαν σε 3,136 δισ. ευρώ και εμφανίζονται αυξημένα κατά 257 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου, όμως χωρίς τα 306 εκατ. ευρώ της σύμβασης παραχώρησης προκύπτει καθαρή υστέρηση 49 εκατ. ευρώ. Οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης διαμορφώθηκαν στα 393 εκατ. ευρώ, μειωμένοι κατά 154 εκατ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από φόρους ακίνητης περιουσίας ανήλθαν σε 90 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας υστέρηση 8 εκατ. ευρώ. Στους φόρους εισοδήματος, τα συνολικά έσοδα έφτασαν τα 2,059 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 43 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου: ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων ήταν αυξημένος κατά 14 εκατ. ευρώ, ενώ ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων μειώθηκε κατά 26 εκατ. ευρώ και οι λοιποί φόροι εισοδήματος κατά 31 εκατ. ευρώ.
Οι κατηγορίες «Κοινωνικές Εισφορές» κινήθηκαν εντός στόχου στα 5 εκατ. ευρώ, ενώ οι «Μεταβιβάσεις» ανήλθαν σε 56 εκατ. ευρώ, μειωμένες κατά 116 εκατ. ευρώ, με τα έσοδα του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) να υπολείπονται κατά 57 εκατ. ευρώ έναντι των προβλέψεων. Στην κατηγορία «Πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών» καταγράφηκαν 479 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 306 εκατ. ευρώ σχετίζονται με τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού· χωρίς αυτά, τα έσοδα διαμορφώνονται σε 173 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 77 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου. Τα «Λοιπά τρέχοντα έσοδα» ανήλθαν σε 276 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 89 εκατ. ευρώ, ενώ οι επιστροφές εσόδων έφτασαν τα 795 εκατ. ευρώ, ενσωματώνοντας την επιστροφή ΦΠΑ των 306 εκατ. ευρώ· χωρίς αυτήν, οι επιστροφές φόρων ανέρχονται σε 489 εκατ. ευρώ, οριακά χαμηλότερες από τον στόχο.
Στο σκέλος των δαπανών, η συγκράτηση είναι εμφανής. Οι συνολικές δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού για τον Ιανουάριο 2026 ανήλθαν σε 3,851 δισ. ευρώ, μειωμένες κατά 1,709 δισ. ευρώ έναντι του στόχου των 5,560 δισ. ευρώ και κατά 1,382 δισ. ευρώ σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2025. Στον Τακτικό Προϋπολογισμό οι πληρωμές ήταν χαμηλότερες κατά 1,330 δισ. ευρώ, κυρίως λόγω ετεροχρονισμού μεταβιβάσεων προς φορείς της γενικής κυβέρνησης, ενώ οι επενδυτικές δαπάνες διαμορφώθηκαν σε 427 εκατ. ευρώ, μειωμένες κατά 379 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου και κατά 309 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Σύμφωνα με το υπουργείο, στην αρχή κάθε οικονομικού έτους οι φορείς δίνουν προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση απλήρωτων υποχρεώσεων προηγούμενων ετών και στην κάλυψη πολυετών δεσμεύσεων, γεγονός που επηρεάζει τη χρονική κατανομή των πληρωμών.
Συνολικά, η εικόνα του Ιανουαρίου 2026 αποτυπώνει έναν προϋπολογισμό που εμφανίζει ισχυρό ταμειακό πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο όμως στηρίζεται σε σημαντική υστέρηση δαπανών και λογιστικές εγγραφές που σχετίζονται με τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού. Η περιορισμένη «καθαρή» υπέρβαση των 109 εκατ. ευρώ και η υστέρηση 324 εκατ. ευρώ στα φορολογικά έσοδα, ιδίως σε ΦΠΑ και ΕΦΚ, υποδηλώνουν ότι η πορεία των δημοσίων οικονομικών τους επόμενους μήνες θα εξαρτηθεί τόσο από την ενίσχυση της φορολογικής απόδοσης όσο και από την ομαλοποίηση της εκτέλεσης των δαπανών.
