Δημοσιεύθηκε: Τρίτη 10 / 2 / 2026 , 23:42 από news_room
Η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος παρέστη και απηύθυνε χαιρετισμό στην εκδήλωση του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας της Ελληνικής Γλώσσας, το απόγευμα της Δευτέρας, 9 Φεβρουαρίου 2026, στο Πολιτιστικό Κέντρο της Ομογενείας στο ιστορικό κτήριο της Αστικής Σχολής Γαλατά, κατά την οποία την κεντρική ομιλία έκανε, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, η Ελλογιμ. κ. Μαρία Ευθυμίου, ιστορικός και ομότιμη καθηγήτρια πανεπιστημίου.
Στην ομιλία του, ο Παναγιώτατος επεσήμανε ότι κατά την ημέρα αυτή αποτίουμε φόρο τιμής στην ελληνική γλώσσα, “την «μητρική γλώσσα του πνεύματος», η οποία προσέφερε πάμπολλα και ανεκτίμητα στον παγκόσμιο πνευματικό πολιτισμό, στα γράμματα και τις επιστήμες”. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην σχέση της ελληνικής γλώσσας με την χριστιανική θεολογία.
“Ουδόλως είναι τυχαίον ότι η Ελληνική κατέστη η αξονική γλώσσα της χριστιανικής θεολογίας. Διά μέσου αυτής η Εκκλησία διετύπωσε την πίστη της και απευθύνθηκε προς ευρύτερους κύκλους. Προφανώς, η σύζευξη φιλοσοφικής γλώσσας και θεολογίας δεν ήταν ακίνδυνη, αφού, όπως έχει λεχθή, «μέσα από τη γλώσσα διοχετεύεται ολόκληρος πολιτισμός». Με δεδομένη τη δύναμη αυτή της γλώσσας, ήταν πολύ δύσκολο η επίδραση του ελληνικού πνεύματος να παραμείνη μόνον στη γλωσσική επένδυση. Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας επέτυχαν όμως αυτόν τον άθλο, να αποφύγουν δηλαδή τον λεγόμενο «εξελληνισμό του Χριστιανισμού» και όχι μόνον να εκφράσουν με αξιοθαύμαστο τρόπο «μία εξ ολοκλήρου καινούργια εμπειρία» με τη χρήση φιλοσοφικής ορολογίας, αλλά και να ανοίξουν νέους δρόμους και μια νέα οικουμενικότητα για τη φιλοσοφία, και να δείξουν τη δύναμη του ελληνικού πνεύματος και της ελληνικής γλώσσας. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι, στην Πατερική σύνθεση, φιλοσοφική γλωσσική επένδυση και θεολογικό περιεχόμενο αποτελούν ένα οργανικό σύνολο. Η θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας συνέβαλε καθοριστικώς στη διατήρηση και διάχυση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος σε ολόκληρη την οικουμένη.”
Στη συνέχεια, ο Παναγιώτατος επεσήμανε ότι ελληνική γλώσσα και Ορθόδοξη πίστη ανήκουν στον πυρήνα της πνευματικής και πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας του Γένους μας.
“Δεν παύουμε να τονίζουμε τη συμβολή της Εκκλησίας, από την πρωτοχριστιανική περίοδο, τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά χρόνια, μέχρι και σήμερα, στη διαμόρφωση, στη διάσωση, τον εμπλουτισμό και τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας. Ίδρυσε σχολεία και Ακαδημίες, δίδασκε τη γλώσσα μας με τη λατρευτική της ζωή, την υμνολογία και τη θεολογία της. Αυτή η γλώσσα ακούγεται και σήμερα στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, μας συνδέει με το παρελθόν και μαρτυρεί τη συνοχή, τη συνέχεια και την ενότητά της. Υπενθυμίζουμε τα λόγια του Ζήσιμου Λορεντζάτου: «Μονάχα μέσα από την πίστη και τη γλώσσα μας σωθήκαμε ως σήμερα, και μονάχα μέσα από αυτά τα δύο θα σωθούμε αύριο».
Ποτέ στην ιστορία του Γένους μας δεν έσβησε ο λύχνος του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Αποτελεί πραγματικό θαύμα το γεγονός ότι τον λύχνο αυτό τοποθετούσαν επί την λυχνίαν Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας. Ο λαός μας ζούσε την ελληνικότητά του μαζί με τη βίωση της Ορθοδοξίας. Και σήμερα, όπως γράφει ο μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης, «όσο πιο πολύ αντλούμε από τον εαυτό μας και την ελληνικότητά μας, τόσο πιο πολύ πίνουμε το νερό της Ορθοδοξίας»”.
Σε άλλο σημείο του χαιρετισμού του, ο Παναγιώτατος είπε:
“Είμαστε βέβαιοι, ότι και εσείς, όλοι και όλες αισθάνεσθε υπερήφανοι για τη γλώσσα μας , τη γλώσσα των προγόνων μας και τη δική μας, τη γλώσσα των γηγενών κατοίκων της Πόλης του Κωνσταντίνου, τή γλώσσα της Ομογενείας, που είναι φορέας και εκφραστής του ήθους και του πολιτισμού του προσώπου, της ελευθερίας ως πίστης και αγάπης στην αδιάσπαστη ενότητά τους.
Καυχόμαστε για την υπέροχη γλώσσα στην οποία γράφτηκαν έργα ασύγκριτα και ανεπανάληπτα. Αυτή τη γλώσσα που, και στην εποχή μας, αποτελεί πηγή έμπνευσης και πυξίδα πνευματικού προσανατολισμού για αμέτρητους συνανθρώπους μας σε ολόκληρη την οικουμένη. Χαιρόμαστε για το ότι τα έργα των Αρχαίων φιλοσόφων και ποιητών κοσμούν τις βιβλιοθήκες της οικουμένης, μελετώνται και συζητούνται, για το γεγονός ότι χιλιάδες ελληνικών και ελληνογενών λέξεων και όρων συναντιώνται στην ορολογία των επιστημών και στις γλώσσες του κόσμου.”
Ο Πατριάρχης συνεχάρη τον Εξοχ. Πρέσβυ κ. Κωνσταντίνο Κούτρα, Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος, για την πρωτοβουλία της εκδηλώσεως, καθώς και την Ευγεν. κ. Μαίρη Κομοροσάνο, Πρόεδρο του Ιδρύματος Αστικής Σχολής Γαλατά, και καλωσόρισε με εγκαρδιότητα την Ελλογιμ. Πανεπιστημιακό κ. Μαρία Ευθυμίου. Με αφορμή το εφετινό θέμα της ομιλίας της κ. Ευθυμίου, «Ρωμαίος – Ρωμιός: ιστορικές συντεταγμένες ενός προσδιορισμού», την οποία πραγματοποίησε αμέσως μετά, ο Παναγιώτατος σημείωσε: “Για εμάς προσωπικώς, οι έννοιες Ρωμιός και Ρωμιοσύνη εκφράζουν την παγκοσμιότητα του ελληνικού πνεύματος στη σύζευξή του με την Ορθόδοξη χριστιανική οικουμενικότητα, όπως αυτές βιώνονται στην καθ’ ημάς Ανατολή”.
Τον Οικουμενικό Πατριάρχη και το πολυπληθές ακροατήριο καλωσόρισε ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στην Πόλη, ο οποίος, μεταξύ άλλων, υπογράμμισε την παγκόσμια αναγνώριση της συμβολής της ελληνικής γλώσσας, ενώ ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο έργο των Ομογενειακών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της Πόλεως και της Ίμβρου, καθώς και στην ουσιαστική προσφορά των εκπαιδευτικών που εργάζονται σε αυτά. Ευχήθηκε δε την επαναλειτουργία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
Παρέστησαν Αρχιερείς του Θρόνου, Άρχοντες Οφφικιάλιοι της Μ.τ.Χ.Ε., Εκπαιδευτικοί των ομογενειακών σχολείων, και μεγάλο ακροατήριο.
Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη:
Τιμιώτατοι αδελφοί Ιεράρχες,
Εξοχώτατε κύριε Πρέσβυ, Γενικέ Πρόξενε της Ελλάδος στην Πόλη,
Ελλογιμωτάτη κυρία Ευθυμίου,
Εντιμολογιώτατοι Άρχοντες Οφφικιάλιοι,
Ευγενεστάτη κυρία Μαίρη Κομοροσάνο,
Εκλεκτοί παρόντες,
Τέκνα εν Κυρίω ευλογημένα,
Σήμερα αποτίουμε φόρο τιμής στην ελληνική γλώσσα· τη γλώσσα του Ομήρου και της Σαπφούς, των Φιλοσόφων και των Τραγικών, του Αριστοφάνη και του Θουκυδίδη, της Καινής Διαθήκης και των Πατέρων της Εκκλησίας, της Θείας Λειτουργίας και της ιεράς υμνολογίας. Τιμούμε τη «μητρική γλώσσα του πνεύματος», η οποία προσέφερε ανεκτίμητες δωρεές στον παγκόσμιο πνευματικό πολιτισμό, στα γράμματα και στις επιστήμες.
Η ελληνική γλώσσα, βαθύτατα φιλοσοφική και στοχαστική, οδηγεί τον νου και τη σκέψη στο βάθος των πραγμάτων, στο ουσιώδες, στην αλήθεια, η οποία, κατά τον Δημόκριτο, βρίσκεται «ἐν βυθῷ». Δεν ανήκει μόνο στον λαό που τη δημιούργησε, τη καλλιέργησε και την ανέδειξε, αλλά αποτελεί κλασικό και οικουμενικό αγαθό, «κτῆμα ἐς ἀεί» για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι δεν υπάρχει άνθρωπος στη γη που να μην έχει προφέρει, έστω και μία φορά, κάποια ελληνική λέξη.
Στον σύγχρονο κόσμο της τεχνοκρατίας, του οικονομισμού, των ποσοτικών μεγεθών και της τεχνητής νοημοσύνης, η ελληνική γλώσσα εξακολουθεί να εκφράζει το «θαυμάζειν» του φιλοσόφου, το δέος ενώπιον της θείας μεγαλοσύνης και την υπέρβαση της στενής λογικής των ατέρμονων αναγκών. Αποκαλύπτει την πνευματική διάσταση της ύπαρξης, εμπλουτίζει τον άνθρωπο υπαρξιακά και λειτουργεί ως όχημα εξανθρωπισμού και κοινωνίας ζωής.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ελληνική γλώσσα κατέστη ο βασικός άξονας της χριστιανικής θεολογίας. Μέσω αυτής, η Εκκλησία διατύπωσε την πίστη της και απευθύνθηκε σε ευρύτερα ακροατήρια. Η σύζευξη φιλοσοφικής γλώσσας και θεολογίας δεν ήταν χωρίς κινδύνους, καθώς, όπως έχει ειπωθεί, «μέσα από τη γλώσσα μεταδίδεται ολόκληρος πολιτισμός». Παρ’ όλα αυτά, οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας κατόρθωσαν το σπουδαίο επίτευγμα να αποφύγουν τον λεγόμενο «εξελληνισμό του Χριστιανισμού» και να εκφράσουν, με απαράμιλλο τρόπο, μια ολοκληρωτικά νέα εμπειρία, χρησιμοποιώντας φιλοσοφική ορολογία. Παράλληλα, άνοιξαν νέους δρόμους οικουμενικότητας για τη φιλοσοφία και ανέδειξαν τη δύναμη του ελληνικού πνεύματος και της ελληνικής γλώσσας. Στην πατερική σύνθεση, η φιλοσοφική γλωσσική μορφή και το θεολογικό περιεχόμενο αποτελούν ένα αδιάσπαστο και οργανικό σύνολο.
Ο κορυφαίος Ορθόδοξος θεολόγος του 20ού αιώνα, μακαριστός π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, χαρακτήρισε την επιλογή της ελληνικής γλώσσας για τη διατύπωση του χριστιανικού δόγματος ως «μυστική απόφαση της θείας βουλής». Όπως σημειώνει, η γλώσσα αυτή διέθετε τις κατάλληλες δυνατότητες για τη διερεύνηση και έκφραση της αλήθειας της Αποκάλυψης. Τονίζει μάλιστα ότι το Ευαγγέλιο προσφέρεται σε όλους και για όλες τις εποχές στην ελληνική γλώσσα, χωρίς αυτό να αναιρεί τη δυνατότητα μετάφρασής του, πάντοτε όμως με αφετηρία το ελληνικό πρωτότυπο.
Η ελληνική γλώσσα και η Ορθόδοξη πίστη συνιστούν τον πυρήνα της πνευματικής και πολιτισμικής ταυτότητας του Γένους μας. Η Εκκλησία, από την πρωτοχριστιανική εποχή έως σήμερα, συνέβαλε καθοριστικά στη διατήρηση, τη διάσωση, τον εμπλουτισμό και τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας. Ίδρυσε σχολεία και ακαδημίες και δίδαξε τη γλώσσα μας μέσα από τη λατρευτική ζωή, την υμνολογία και τη θεολογία. Η γλώσσα αυτή ακούγεται ακόμη στις ιερές ακολουθίες, συνδέοντάς μας με το παρελθόν και μαρτυρώντας τη συνέχεια και την ενότητά της.
Ποτέ στην ιστορία του Γένους μας δεν έσβησε το φως του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Αποτελεί θαυμαστό γεγονός ότι το φως αυτό διαφυλάχθηκε και αναδείχθηκε από Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας. Ο λαός μας έζησε την ελληνικότητά του σε άρρηκτη ενότητα με την Ορθοδοξία. Και σήμερα, όπως χαρακτηριστικά σημείωνε ο μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης, όσο περισσότερο αντλούμε από την ελληνικότητά μας, τόσο βαθύτερα μετέχουμε στο βίωμα της Ορθοδοξίας.
Εκλεκτοί παρόντες,
Είμαστε βέβαιοι ότι όλοι αισθάνεστε υπερηφάνεια για τη γλώσσα μας, τη γλώσσα των προγόνων μας και τη δική μας, τη γλώσσα των γηγενών κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, τη γλώσσα της Ομογένειας, φορέα και εκφραστή ήθους, πολιτισμού, ελευθερίας, πίστης και αγάπης, σε αδιάσπαστη ενότητα.
Καυχόμαστε για τη γλώσσα στην οποία γράφτηκαν έργα μοναδικά και ανεπανάληπτα. Μια γλώσσα που και σήμερα αποτελεί πηγή έμπνευσης και πνευματικής καθοδήγησης για αναρίθμητους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Χαιρόμαστε που τα έργα των αρχαίων φιλοσόφων και ποιητών κοσμούν τις βιβλιοθήκες της οικουμένης, μελετώνται και συζητούνται, και που χιλιάδες ελληνικές και ελληνογενείς λέξεις ενσωματώνονται στην επιστημονική ορολογία και στις γλώσσες των λαών.
Με αυτές τις σκέψεις, χαιρετίζουμε με ιδιαίτερη χαρά την παρουσία της ελλογιμωτάτης καθηγήτριας κυρίας Μαρίας Ευθυμίου ανάμεσά μας και αναμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον την ομιλία της με θέμα «Ρωμαίος – Ρωμιός: ιστορικές συντεταγμένες ενός προσδιορισμού». Για εμάς, οι έννοιες Ρωμιός και Ρωμιοσύνη εκφράζουν την οικουμενικότητα του ελληνικού πνεύματος σε ζωντανή σύζευξη με την Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, όπως αυτή βιώνεται στην καθ’ ημάς Ανατολή.
Στο ίδιο πνεύμα, επαινούμε, στο πρόσωπο του Εξοχωτάτου Πρέσβεως κυρίου Κωνσταντίνου Κούτρα, το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος για την αξιέπαινη πρωτοβουλία της σημερινής συνάξεως, καθώς και την αγαπητή κυρία Μαίρη Κομοροσάνο για τη συμβολή της, και ευχόμαστε σε όλους σας πλούσια τη χάρη και την ευλογία του Θεού.
Σας ευχαριστούμε θερμά για την προσοχή σας, τη συμμετοχή σας, και την αδιάλειπτη προσήλωσή σας στη διαφύλαξη της πνευματικής μας κληρονομιάς, της γλώσσας, της πίστης, της ιστορικής μνήμης και της ζωντανής παράδοσης.
