Δημοσιεύθηκε: Κυριακή 28 / 6 / 2026 , 23:49 από news_room
Ακολουθεί το κήρυγμα του Αρχιμανδρίτη Σεβαστιανού Σωμαράκη το οποίο κήρυξε κατά την διάρκεια του Πανηγυρικού Εσπερινού του Αγίου Αποστόλου Παύλου στον ομώνυμο Ιερό Ναό των Αθηνών στην οδό Ψαρρών, σήμερα Κυριακή 28 Ιουνίου 2026:
Μετεγγραφή από ηχητικό Απόσπασμα και επιμέλεια κειμένου: Βαγγέλης Καρπαθάκης
Εγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων (Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο 10:11)
Σεβασμιώτατε Μητροπολίτη Χαλκίδος κ. Χρυσόστομε, αγαπητοί μου αδελφοί,
Με αυτή τη φράση Του ο Χριστός φανερώνει δύο πολύ μεγάλες αλήθειες. Πρώτον, ότι το έργο του αληθινού ποιμένα δεν είναι άλλο παρά η αυτοπροσφορά και η θυσία για το ποίμνιό του.
Και δεύτερον, ότι αυτός ο θυσιαστικός χαρακτήρας του αληθινού ποιμένα βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτόν είχαν ως πρότυπο Ποιμένα όλοι οι Απόστολοι, τον Οποίο μιμήθηκαν, διακονώντας τον άνθρωπο και θυσιάζοντας τη ζωή τους για τη σωτηρία του κόσμου. Θα μπορούσαμε, όμως, χωρίς υπερβολή, να πούμε ότι ο Απόστολος εκείνος, ο οποίος μιμήθηκε σε απόλυτο βαθμό τον χαρακτήρα του Καλού Ποιμένος Χριστού, δεν ήταν άλλος από τον Απόστολο των Εθνών Παύλο. Η γνωριμία του με τον Χριστό, στην οδό προς τη Δαμασκό, τον μεταμόρφωσε από μέγα διώκτη του Χριστού όχι μόνο σε πιστό μαθητή Του, αλλά και σε έναν καθ’ όλα βαθύ και γνήσιο μιμητή Του. Έτσι, ο διώκτης γίνεται πρωτοκορυφαίος Απόστολος των Εθνών και το «ἔκτρωμα», όπως ο ίδιος αποκαλείται, γίνεται σκεύος εκλογής. Γίνεται ο πρώτος μετά τον Ένα, γιατί κοπίασε περισσότερο από όλους, με έργο και λόγο. Ο Παύλος δεν είναι μόνο μία πολύπτυχη προσωπικότητα, αλλά κάθε πτυχή του πολυκύμαντου βίου του αγγίζει την τελειότητα. Είναι ο Απόστολος, ο Ποιμένας, ο Διδάσκαλος, ο Πατέρας, ο Μυσταγωγός, ο Μάρτυρας. Λαμπρός εσπερινός για τον Ιδρυτή και Προστάτη της Εκκλησίας της Ελλάδος Απόστολο Παύλο, στον ομώνυμο ναό της οδού Ψαρών (Εικόνες)
Επειδή, όμως, δεν είναι δυνατόν, σε μία σύντομη ομιλία, να εξαντληθεί το εύρος της προσωπικότητας και της διδασκαλίας του, θα θέλαμε απόψε να σταθούμε σε μία μόνο πτυχή της προσωπικότητάς του, και συγκεκριμένα στον Παύλο ως χαρισματικό Ποιμένα, διότι αποτελεί διαχρονικό πρότυπο άριστου Ποιμένα, που εμπνέει και καθοδηγεί, με τη ζωή και τη διδασκαλία του, κάθε διάκονο της Εκκλησίας, σε κάθε εποχή. Αφού παρέχει, τόσο με τη διδασκαλία του όσο και με τη ζωή του, όλα εκείνα τα στοιχεία που οφείλει κάθε ποιμένας, σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο, να διαθέτει, ώστε να διακονεί αποτελεσματικά τη σωτηρία του ποιμνίου του.
Ο Θεός, επειδή ο Παύλος παρέδωσε ολοκληρωτικά την ύπαρξή του στα χέρια Του —«ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (προς Γαλάτας Επιστολή κεφ. 2, στίχος 20) — γι’ αυτό και τον παρέδωσε στην Εκκλησία, ώστε, μέσα από τη μαρτυρία και το μαρτύριό του, να ποιμαίνει διαχρονικά τον λαό Του.
Η άσκηση, λοιπόν, οποιασδήποτε ποιμαντικής μόνο ως χαρισματική διακονία μπορεί να νοηθεί μέσα στην Εκκλησία και όχι ως προσωπική πρωτοβουλία επίδειξης ικανοτήτων. Μόνο ως κλήση του Θεού στον άνθρωπο και ως έργο του σώματος της Εκκλησίας μπορεί να καρποφορήσει. Ο ίδιος ο Παύλος, αν και καλείται προσωπικά από τον Χριστό, εντούτοις βαπτίζεται από τον Ανανία και έτσι γίνεται και εκείνος μέλος της Εκκλησίας. Αργότερα, κατόπιν επιθέσεως των χειρών των διδασκάλων και των προφητών στην Αντιόχεια, αναλαμβάνει τη διακονία της Αποστολής στον κόσμο. Χωρίς την υπακοή του στην Εκκλησία δεν θα μπορούσε να καρποφορήσει και να αναδειχθεί σε μεγάλο Απόστολο και ποιμένα. Ψηλαφώντας τη ζωή και τη διδασκαλία του μέσα από τα ιερά κείμενα, μπορούμε να διαπιστώσουμε ορισμένα σημαντικά στοιχεία, τα οποία τον ανέδειξαν ως τον κατεξοχήν πνευματικό Πατέρα και ποιμένα των λογικών προβάτων του Χριστού και τα οποία αξίζει να επισημάνουμε.
Πρώτα απ’ όλα, ο Παύλος αισθάνεται και ενεργεί ως Πατέρας. Γι’ αυτό και τονίζει στους Κορινθίους: «Ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ Εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα» (Α΄ Επιστολή προς Κορινθίους κεφ. 4, στίχος 15) .
Το βαθύ αίσθημα της πνευματικής πατρότητας αυξάνει μέσα του την αγάπη για το ποίμνιό του, καθώς και τη θυσιαστική και ανιδιοτελή αυτοπροσφορά του προς αυτό. Ποιος πατέρας, αφού γεννήσει τα παιδιά του, τα εγκαταλείπει και δεν τα θάλπει, δεν τα φροντίζει και δεν τα τρέφει; Το ίδιο κάνει και ο Παύλος, αισθανόμενος έντονα τις οδύνες του πνευματικού τοκετού, οι οποίες είναι απείρως ισχυρότερες του φυσικού τοκετού: «ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν» (Προς Γαλάτας Επιστολή του Αποστόλου Παύλου Κεφάλαιο 4, στίχος 19) .
Την ποιμαντική του αγωνία για τη συνεχή εν Χριστώ αύξηση των πνευματικών του τέκνων εκφράζει με πολύ παραστατικό τρόπο στη συνάντησή του με τους πρεσβυτέρους της Εφέσου, τους οποίους ζήτησε να δει για τελευταία φορά, πηγαίνοντας στα Ιεροσόλυμα, αφού γνώριζε το επικείμενο τέλος του.
Σε αυτή την τελευταία συνάντηση τούς προτρέπει, λέγοντάς τους:
«Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς, μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου». (Πράξεων των Αποστόλων κεφ. 20, στίχοι 28-29).
Ο γνήσιος ποιμένας, κατά τον Παύλο, λοιπόν, πρώτα απ’ όλα αγρυπνεί και εποπτεύει τον εαυτό του. Τον ελέγχει με βάση το θέλημα του Θεού, γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο και η φροντίδα του ποιμνίου μπορεί να καταστεί υγιής και επιτυχής. Και τούτο διότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος μέσα στην Εκκλησία προέρχεται από τους ψευδοδιδασκάλους, από εκείνους δηλαδή οι οποίοι επιθυμούν να δημιουργήσουν οπαδούς μέσα από τις προσωπικές τους απόψεις και διδασκαλίες, οι οποίες δεν συμφωνούν με τον αποκεκαλυμμένο Λόγο του Χριστού. Η ιδιοτέλεια πολλές φορές, το ατομικό συμφέρον, η έλλειψη υπακοής στα παραγγέλματα της Εκκλησίας, η εγωιστική εμμονή και προβολή του θελήματος του ανθρώπου έναντι του θελήματος του Θεού, είναι αιτίες που βλάπτουν το ποίμνιο. Ο ίδιος ο Παύλος φανερώνει την προσωπική του αγωνία για τον εν Χριστώ καταρτισμό του ποιμνίου, παρακλητικά νουθετώντας και λέγοντας:
«Διὸ γρηγορεῖτε, μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καὶ ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον». (Πράξεις των Αποστόλων Κεφάλαιο 20, στίχος 31)
Ο καλός ποιμένας δεν αντιμετωπίζει το ποίμνιό του σαν μία μάζα ανθρώπων, τους οποίους αφ’ υψηλού καθοδηγεί, αλλά ενδιαφέρεται για τον καθένα προσωπικά, αγωνιά και ταυτίζεται μαζί του για την εν Χριστώ προκοπή και σωτηρία του.
Στους Κορινθίους θα πει: «Τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι;». (Β΄ Επιστολή προς Κορινθίους Κεφάλαιο: 11, Στίχος 29).
Η εξατομικευμένη ποιμαντική, στην οποία δίδεται πολλή προσοχή στην εποχή μας, δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο εκφραστή από τον Απόστολο Παύλο. Το προσωπικό πρόβλημα και η αγωνία του κάθε ποιμαινομένου γίνεται έμπονο προσωπικό ζήτημα του καλού ποιμένα, ο οποίος, όπως ο Χριστός, θέλει τη σωτηρία του απολωλότος προβάτου. Εκείνο όμως που αποτελεί τη γνησιότητα της σφραγίδας ενός αληθινού ποιμένα δεν είναι μόνο η εσωτερική αγωνία για την εν Χριστώ αύξηση και σωτηρία των ποιμαινομένων, αλλά και η έξωθεν μαρτυρία του ποιμένα, η διαγωγή του, η οποία μαρτυρεί τη γνησιότητα των προθέσεων και των ενεργειών του.
Η ανιδιοτέλεια και η αυτοπροσφορά του είναι αλάνθαστα κριτήρια και για το έργο του.
Γι’ αυτό συνεχίζει ο Παύλος, υπενθυμίζοντας στους πρεσβυτέρους της Εφέσου ότι:
«Ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱματισμοῦ οὐδενὸς ἐπεθύμησα· αὐτοὶ γινώσκετε ὅτι ταῖς χρείαις μου καὶ τοῖς οὖσι μετ’ ἐμοῦ ὑπηρέτησαν αἱ χεῖρες αὗται». (Πράξεων των Αποστόλων Κεφάλαιο 20, στίχοι 33-34)
Με την ανιδιοτέλεια και το θυσιαστικό του φρόνημα, ο ποιμένας γίνεται τύπος και υπόδειγμα στους πιστούς. Γι’ αυτό και στον Τιμόθεο παραγγέλλει:
«Τύπος γίνου τῶν πιστῶν ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ». (Α΄ Επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς Τιμόθεον , Κεφάλαιο 4, στίχος 12).
Τα πέντε αυτά σημεία αποτελούν και τα εξωτερικά γνωρίσματα της εν Χριστῷ διαγωγής του καλού και σώφρονος ποιμένος.
Πρώτα απ’ όλα, η «ἐν λόγῳ» διαγωγή του ποιμένα φανερώνει το περιεχόμενο της εσωτερικής του καλλιέργειας. Ο λόγος του ποιμένα οφείλει να είναι «ἅλατι ἠρτυμένος», να φανερώνει εν πάσι την αλήθεια του Χριστού. Ο τραχύς και προσβλητικός λόγος, ο λόγος που στηρίζεται σε σοφισμένους μύθους, ο λόγος που δεν φανερώνει την αγάπη του Χριστού, πληγώνει, κουράζει και δεν οικοδομεί. «Ἐν ἀναστροφῇ». Η εν γένει αναστροφή του ποιμένα οφείλει να είναι κατά πάντα προσεκτική. Ο κάθε άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού και ως τέτοιον πρέπει να τον βλέπουμε και να τον αντιμετωπίζουμε, πάντοτε όμως με διάκριση. Γι’ αυτό αλλού θα πει: «Φθείρουσιν ἤθη χρηστὰ ὁμιλίαι κακαί», ενώ στον Τίτο συμβουλεύει λέγοντας: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς Τίτον κεφάλαιο 3, στίχος 10). «Ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι». Η αγάπη του ποιμένα δεν μπορεί να πηγάζει από ανθρωπογενείς αισθηματισμούς και χαριστικές ιδιοτελείς διαθέσεις και προθέσεις, αλλά από την εν Αγίῳ Πνεύματι αγάπη, η οποία οδηγεί στην αλήθεια της εν Χριστῷ σωτηρίας.
«Ἐν πίστει». Χωρίς την αλήθεια της πίστεως, όλη η προσπάθεια του ποιμένα καταρρέει, ο στόχος δεν επιτυγχάνεται και το ποίμνιο, «ὑπὲρ οὗ Χριστὸς ἀπέθανε», οδηγείται στην απώλεια.
Το ήθος του ποιμένα πρέπει να συνοδεύεται από ορθό περί την πίστη φρόνημα, το οποίο μόνο μέσα στην Εκκλησία, η οποία φυλάσσει ανόθευτη την αποστολική παράδοση, μπορεί να διαφυλαχθεί ακέραιο. «Ἐν ἁγνείᾳ». Χωρίς την καθαρότητα της καρδιάς, ο ποιμένας δεν είναι σε θέση να μετέχει αξίως της αγάπης του Χριστού, να την καλλιεργεί μέσα του και να την αντιπροσφέρει στους άλλους ανθρώπους. Σε μία μη κεκαθαρμένη από τα πάθη καρδιά ενεδρεύουν η σκληρότητα του εγωισμού, η προκατάληψη και η ιδιοτέλεια.
Ο Απόστολος Παύλος δεν είναι θεωρητικός κήρυκας και διδάσκαλος όλων των προαναφερθέντων, αλλά πρώτα τα εφάρμοσε με πολύ κόπο, νήψη και σκληρή επιμέλεια στον εαυτό του. Γνωρίζει πολύ καλά πόσο κόπο πρέπει να καταβάλει ο ποιμένας, αν θέλει να επιτύχει στο έργο που του ανέθεσε ο Χριστός διά της Εκκλησίας Του, αλλά γνωρίζει επίσης ότι σε αυτή την προσπάθεια δεν είναι μόνος του. Έχει ενεργούσα τη χάρη του Χριστού, η οποία τον στηρίζει, τον εμπνέει και του δείχνει τον δρόμο. Προηγείται η ενεργούσα χάρις του Θεού και έπεται η όποια προσπάθεια του ανθρώπου. Γι’ αυτό ολοκληρώνει τις παραινέσεις του προς τους ποιμένες της Εφέσου, λέγοντάς τους:
«Καὶ τὰ νῦν, ἀδελφοί, παρατίθεμαι ὑμᾶς τῷ Θεῷ καὶ τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ, τῷ δυναμένῳ ἐποικοδομῆσαι καὶ δοῦναι ὑμῖν κληρονομίαν ἐν τοῖς ἡγιασμένοις πᾶσιν». (Πράξεις των Αποστόλων, κεφάλαιο 20, στίχος 32).
Ο Απόστολος Παύλος κατέστη αυθεντικό και διαχρονικό πρότυπο ποιμένος. Η αποστολική ποιμαντική του ενέπνευσε όλους τους Πατέρες και τους ποιμένες της Εκκλησίας, οι οποίοι εφάρμοσαν στην πράξη το Παύλειο παράδειγμα και μας το άφησαν ερμηνευμένο και ανεπτυγμένο στα ιερά τους συγγράμματα, με κορυφαίο τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος αποκαλείται από την Εκκλησία «στόμα του Παύλου». Η ποιμαντική του Παύλου υπήρξε ακόμη η βάση της πνευματικής πατρότητας στον μοναχισμό, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε μέσα από τη μελέτη της ασκητικής γραμματείας. Πρόσφατο τέτοιο παράδειγμα ποιμαντικής υπήρξε ο σύγχρονος Άγιος της Εκκλησίας μας, Επίσκοπος Πενταπόλεως Νεκτάριος, ο οποίος εφάρμοσε με αριστοτεχνικό τρόπο την παύλειο ποιμαντική, όχι μόνο προς τους υποψηφίους κληρικούς που φοιτούσαν στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή, αλλά και προς τις πνευματικές του θυγατέρες, που αποτέλεσαν τον πρώτο πυρήνα της Μονής του στην Αίγινα, όπως προκύπτει πολύ όμορφα μέσα από την ανάγνωση των τριάντα πέντε ποιμαντικών επιστολών του προς αυτές.
Σεβασμιώτατε Άγιε Χαλκίδος, αγαπητοί μου αδελφοί,
Η διδασκαλία του Παύλου αποτελεί αδιαμφισβήτητα ανεκτίμητο θησαυρό της Εκκλησίας μας, ανοιχτό και προσιτό σε όλους, ποιμένες και ποιμαινομένους, όλων των εποχών.
Ιδιαίτερα, όμως, οι ποιμένες, από όποια θέση κι αν η Εκκλησία τους έχει ορίσει, οφείλουν σε όλη τους τη ζωή να μελετούν προσεκτικά τη ζωή και τη διδασκαλία του Παύλου, να εφαρμόζουν το παράδειγμά του και να διακονούν τον λαό του Θεού κατά το δικό του πρότυπο.
Αμήν.
