Δημοσιεύθηκε: Σάββατο 13 / 6 / 2026 , 7:36 από news_room
Ολοκληρώθηκε την Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2026, στη Λευκωσία το Άτυπο Υπουργικό Συμβούλιο για το Σύμφωνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, την ημέρα έναρξης εφαρμογής του, σηματοδοτώντας ένα νέο κεφάλαιο κοινής ευθύνης.
Στο πλαίσιο της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, η διάσκεψη συγκέντρωσε Υπουργούς, οργανισμούς της ΕΕ, διεθνείς οργανισμούς και βασικούς εταίρους, με αντικείμενο την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και την πορεία προς ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο διαχείρισης της μετανάστευσης.
Κατά την έναρξη της συνάντησης στη Λευκωσία, ο Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας δρ Νικόλας Α. Ιωαννίδης καλωσόρισε τους συμμετέχοντες σε μια ημέρα με ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική. Τονίστηκε ότι η έναρξη εφαρμογής του Συμφώνου αποτελεί την κορύφωση μιας μακράς και απαιτητικής κοινής πορείας, που διαμορφώθηκε μέσα από εντατικές διαβουλεύσεις και δύσκολες διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων.
Οι συζητήσεις ανέδειξαν ότι το Σύμφωνο δεν αποτελεί μόνο ένα σημαντικό νομοθετικό επίτευγμα, αλλά και αποτέλεσμα συλλογικής ευρωπαϊκής προσπάθειας για τη δημιουργία ενός πιο ολοκληρωμένου, ανθεκτικού και αποτελεσματικού πλαισίου διαχείρισης της μετανάστευσης και του ασύλου. Το Σύμφωνο αντανακλά την κοινή διαπίστωση ότι οι μεταναστευτικές προκλήσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά από καμία χώρα μόνη της.
O δρ Ιωαννίδης ανέφερε πως «Αναμφίβολα, πρόκειται για ένα ευρωπαϊκό ορόσημο, το οποίο επιτεύχθηκε μετά από χρόνια δύσκολων διαπραγματεύσεων, εντατικής προετοιμασίας και κοινής ευθύνης μεταξύ των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. »
«Σήμερα, η Ευρώπη περνά από τη συμφωνία στη δράση: το Σύμφωνο ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο κοινής ευθύνης, πρακτικής αλληλεγγύης και κοινής αποφασιστικότητας στη διαχείριση της μετανάστευσης.»
Νικόλας Ιωαννίδης
Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας
Η πρώτη συνεδρία, με θέμα «Από τη διαπραγμάτευση στην εφαρμογή», επικεντρώθηκε στη μετάβαση από την πολιτική συμφωνία στην επιχειρησιακή πράξη. Οι Υπουργοί αντάλλαξαν απόψεις για την εθνική προετοιμασία, την προσαρμογή της νομοθεσίας, τις νέες διαδικασίες, τις υποδομές πληροφορικής, την εκπαίδευση προσωπικού, τον προκαταρκτικό έλεγχο, τις συνοριακές διαδικασίες και τα διαλειτουργικά συστήματα, περιλαμβανομένου του αναθεωρημένου Eurodac.
Οι συμμετέχοντες αντάλλαξαν επίσης διδάγματα από τις εθνικές διαδικασίες εφαρμογής, με έμφαση στην επιχειρησιακή ετοιμότητα, τη διοικητική ικανότητα και την ανάγκη συνεκτικής εφαρμογής σε ολόκληρη την Ένωση. Τονίστηκε ότι το Σύμφωνο καλείται πλέον να λειτουργήσει στην πράξη και να αποδώσει αποτελέσματα επί του πεδίου.
Κατά το γεύμα εργασίας, οι οργανισμοί της ΕΕ και οι διεθνείς οργανισμοί παρουσίασαν τις δικές τους προσεγγίσεις για την εφαρμογή του Συμφώνου. Οι παρεμβάσεις τους ανέδειξαν τη στήριξη προς τα κράτη μέλη μέσω τεχνικής καθοδήγησης, επιχειρησιακής συνδρομής, εκπαίδευσης, νομικής και θεμελιωδών δικαιωμάτων εμπειρογνωμοσύνης, ενίσχυσης ικανοτήτων, συντονισμού, σχεδιασμού έκτακτης ανάγκης και συνεργασίας με τρίτες χώρες.
Η δεύτερη συνεδρία, με τίτλο «Πέρα από την εφαρμογή: Η πορεία προς τα εμπρός», επικεντρώθηκε στο μέλλον της ευρωπαϊκής πολιτικής μετανάστευσης και ασύλου. Οι Υπουργοί συζήτησαν την ανάγκη διατήρησης της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της αλληλεγγύης, την ενίσχυση των επιστροφών, τη διαχείριση των συνόρων, την αντιμετώπιση παράτυπων και δευτερογενών μετακινήσεων, τη συνεργασία με χώρες προέλευσης και διέλευσης, την καταπολέμηση των διακινητών και την ανάπτυξη νόμιμων οδών μετανάστευσης.
Το Άτυπο Συμβούλιο κατέληξε ότι η εφαρμογή του Συμφώνου δεν κλείνει μια διαδικασία αλλά αντίθετα, ανοίγει έναν νέο δρόμο κοινής δράσης και κοινής ευθύνης. Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από τη συνέπεια στην εφαρμογή των δεσμεύσεων και από την ικανότητα της Ένωσης να συνεχίσει να εργάζεται με αλληλεγγύη, αποφασιστικότητα και κοινό όραμα για το μέλλον της Ευρώπης.
