Δημοσιεύθηκε: Κυριακή 19 / 2 / 2023 , 14:40 από news_room
Η Κυριακή αυτή ονομάστηκε «των Απόκρεω», επειδή είναι η τελευταία ημέρα κρεοφαγίας για τους Χριστιανούς.
Η τρίτη εβδομάδα του Τριωδίου (3-9 Μαρτίου 2019) ονομάζεται και εβδομάδα της Τυροφάγου ή Τυρινής, επειδή όλες τις ημέρες γίνεται κατάλυση σε όλα τα γαλακτοκομικά προϊόντα, του αυγού, των ψαριών και του ελαιολάδου, απαγορεύεται όμως η κρεοφαγία, εκτός από την Κυριακή των Απόκρεω. Στα έθιμα της περιόδου, σε έξαρση βρίσκονται οι καρναβαλικές εκδηλώσεις.
Στις Εκκλησίες διαβάζεται η περικοπή από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου (κεφ. ιε’, 31-46), που αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία και την κρίση που θα ακολουθήσει.
Λέγεται επίσης απόκριες, Απόκρεω, της Τυροφάγου, γιατί την εβδομάδα αυτή τρώνε μόνο γαλακτοκομικά και όχι κρέας, για να προετοιμαστούν σιγά – σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής. Ανάλογη με την ελληνική λέξη Αποκριά είναι και η λατινική λέξη Καρναβάλι (Carneval, Carnevale, από τις λέξεις Carne=κρέας και Vale=περνάει).
Το έθιμο στην Ελλάδα
Τις μέρες αυτές γίνεται το έθιμο του γλεντιού, της ψυχαγωγίας και του «μασκαρέματος», της μεταμφίεσης, που έχει παραμείνει από παλιές γιορτές της ρωμαϊκής εποχής, τις γιορτές αφιερωμένες στην έκπτωση του θεού Σατούρνους από τον Ήλιο τα Κρόνια «Λουπερκάλια» και «Σατουρνάλια» και από τις αρχαιότερες «Διονυσιακές γιορτές» των Ελλήνων, όπου οι άνθρωποι μεταμφιέζονταν, χόρευαν, τραγουδούσαν πίνοντας κρασί και το κέφι έφτανε στο κατακόρυφο προς τιμή του Διόνυσου.
Παλιότερα το καρναβάλι γινόταν παντού στην Ελλάδα με μασκαράτες ομαδικές, χορούς, γλέντια, σάτιρα και διάφορα ιδιαίτερα έθιμα σε κάθε μέρος. Ήταν ευκαιρία για ξεφάντωμα, κρασί και χίλια δυο πειράγματα. Μεγαλύτερα κέντρα τέτοιου ξεφαντώματος ήταν, όπως και σήμερα, η Πάτρα με το περιβόητο Πατρινό Καρναβάλι, που έχει τις ρίζες του στις αρχές του 19ου αιώνα, η Ξάνθη με το ξακουστό πλέον Ξανθιώτικο Καρναβάλι, που γίνεται πόλος έλξης αφού έχει το μεγαλύτερο καρναβάλι των Βαλκανίων με πολλά λαογραφικά στοιχεία, η Πλάκα των Αθηνών, και η Θήβα με τον περίφημο «βλάχικο γάμο» της.
Στη Θήβα γίνεται και σήμερα ο «βλάχικος γάμος» που αρχίζει από την Τσικνοπέμπτη και αποτελείται από το προξενιό, το γάμο δυο νέων και τελειώνει με την πορεία των προικιών της νύφης και το γλέντι των συμπεθέρων. Όλες αυτές οι διαδικασίες είναι γεμάτες από σατυρική αθυροστομία, κέφι, γλέντι και χορό.
Στην Πάτρα γίνεται το μεγαλύτερο καρναβάλι της Ελλάδας με διάρκεια δύο μηνών και τη τελευταία Κυριακή της αποκριάς γίνεται παρέλαση αρμάτων με επικεφαλής το ομοίωμα του θεού της αποκριάς του «Καρνάβαλου» και ακολουθία διάφορων άλλων έξυπνων μασκαρεμάτων, με τη συμμετοχή 40.000 καρναβαλιστών, και πλήθους επισκεπτών ενώ το κέφι δίνει και παίρνει.
Στην Κοζάνη γίνεται το έθιμο του φανού, κατά το οποίο φωτιές και υπαίθρια γλέντια στήνονται σε διάφορες γειτονιές της πόλης.
Ένα από τα πιο φημισμένα παραδοσιακά καρναβάλια στον ελλαδικό χώρο είναι και οι «Μπούλες» στη Νάουσα Ημαθίας. Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και πιθανότατα έχει σχέση με τελετές φυλετικής μύησης όπως η τελετή ενηλικίωσης κατά την οποία ο νέος, ντυμένος με γυναικεία ρούχα και οδηγούμενος από ανύπανδρους άντρες της φυλής, θα μυηθεί με τη σειρά του στα μυστικά της, θα αποβάλλει τη γυναικεία ενδυμασία και θα μεταμορφωθεί σε άνδρα. Σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στη μακραίωνη ιστορία του το έθιμο μεταπλάθει και παράλληλα ενσωματώνει στα επί μέρους στοιχεία του, την τοπική παράδοση, τους μύθους, τους θρύλους, τα τραγούδια και τους ηρωικούς αγώνες της Νάουσας.
Στην Πλάκα, καθώς και σ’ όλα γενικά μέρη, γυρνούν στους δρόμους οι άνθρωποι μεταμφιεσμένοι, μικροί και μεγάλοι, μπαίνουν στα κέντρα, πίνουν, χορεύουν, πειράζονται και γλεντούν.
Για πολλά χρόνια, το Καρναβάλι του Μοσχάτου, καταλαμβάνει σημαντική θέση μεταξύ των δήμων του λεκανοπεδίου Αττικής.
H Αποκριά των κουδουνιών, στο Μεσότοπο της δυτικής Λέσβου
Στην άγρια και ταυτόχρονα ερωτική γη, του θυμωμένου ηφαιστείου της δυτικής Λέσβου, στο Μεσότοπο έχει ξεκινήσει το αποκριάτικο μεγάλο γλέντι των «κουδουνάτων». Μόνο που δεν είναι τα κουδούνια των αμέτρητων προβάτων του κτηνοτροφικού χωριού μα τα κουδούνια που «ζεύονται» οι άντρες του χωριού και πιστοί στην παράδοση πολλών αιώνων, κυκλοφορούν στα σοκάκια με βαμμένο μαύρο το πρόσωπο τους «οπλισμένοι» με την «κουστσκούδα», ένα βαρύ ξύλο με ρόζο χοντρό στην άκρη που χτυπάν στη γη, προκαλώντας θαρρείς τις άγνωστες τους «χθόνιες θεότητες». Κι όλα αυτά με κεράσματα παντού και φυσικά ρακί, να τρέχει θαρρείς από τις φλέβες της άγριας Λεσβιακής δύσης.
«Το πιο άγριο μασκάρεμα ήταν οι κουδουνοφορτωμένοι αράπηδες, βαμμένοι με καπνιά του φούρνου ανακατεμένη με λάδι, που τους έκανε να γυαλίζουν και να φαίνονται πιο άγριοι ακόμα. Μόνο τα δόντια τους ξεχώριζαν άσπρα, και τα μάτια τους. Αρματωμένοι με κουδούνια, τα τσομπάνικα των προβάτων, στη μέση, στο στήθος, στα χέρια, στο λαιμό, στα γόνατα και με μια κουτσκούδα, ρόπαλο που η μια άκρη ήταν η λαβή και η άλλη ένας χοντρός ρόζος από σταύρωμα κλαδιών. Χτυπούσαν την κουτσκούδα στη γη, κουνιόταν και χοροπηδούσαν, δημιουργώντας εκκωφαντικό θόρυβο. Απαραίτητη η εμφάνιση τους, σα να μη γινόταν Αποκριές, χωρίς αράπηδες. Έμπαιναν στα σπίτια πάντα βιαστικοί: ‘Κοκκώνα, κοκκώνα να μπαίνει; …Άντε να κερνάει και να φεύγει’» γράφει στο βιβλίο του «…ο κόσμος ο μικρός…», για το μεγάλο ετούτο αποκριάτικο πανηγύρι ο Πάνος Κοντέλλης.
Με αργό και σταθερό ήχο των κουδουνιών, συντονισμένο θαρρείς από έναν αόρατο μαέστρο οι αγριεμένοι ετούτοι απόγονοι των Κυκλώπων κυκλοφορούν στα σοκάκια του χωριού χτυπώντας με την «κουτσκούδα» τη γη, τσακίζοντας το κακό, προκαλώντας. Και απαιτώντας «Βάρ(α) κουτσκούδα μ’ βάρ(α). Σα δε μας τσιράσ’ η νύφ’ θη χαλάσουμι του σπίκ(ι)».
Πολλοί υποστηρίζουν ότι οι κουδουνάδες του Μεσοτόπου της δυτικής Λέσβου αποτελούν πολιτισμική συνέχεια των κουδουνάδων της Σκύρου και της δυτικής Μακεδονίας. «Οι Μεσοτοπίτες, γράφει ο Πάνος Κοντέλλης, πηγαινοέρχονταν στη Σμύρνη, είχαν δει Τούρκους Κονιαλήδες (από το Ικόνιο) να χορεύουν άγρια, δερβίσικα. Όσοι δεν το είχαν δει το είχαν ακουστά. Τις αποκριές λοιπόν, χωριζόταν μια παρέα σε δυο ομάδες. Η μια με ελληνοφορεμένους και η άλλη με αράπηδες κουδουνοφόρους που παρίσταναν τους Κονιαλήδες Τούρκους. Οι ελληνοφορεμένοι, χτυπώντας παλαμάκια, παρότρυναν τους Κονιαλήδες κουδουνοφόρους και τους διεγείρανε να χορεύουν κονιαλήδικα τραγουδώντας με στραπατσαρισμένα τούρκικα».
Με γνώση υποσυνείδητη της καταγωγής τους, παιδιά του πρώτου οικιστή της Λέσβου Μάκαρα και του πρώτου φυσιογνώστη Θεόφραστου του Ερέσιου, πάντρεψαν τους δερβίσικους χορούς με τα άγνωστα τους τελετουργικά της μύησης στα μυστήρια της λατρείας του Ορφέα, και όλα αυτά στη γειτονιά τους που το κύμα έφερε το κεφάλι του μουσικού. Οι Μεσοτοπίτες, κτηνοτρόφοι στην πλειοψηφία τους αλλά και χτίστες της άγριας πέτρας από τους καλύτερους στον κόσμο, συνεχίζουν την αρχαία παράδοση μεταδίδοντας το έθιμο των κουδουνάτων από γενιά σε γενιά. Την εβδομάδα που έρχεται το πανηγύρι κορυφώνεται.
Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Μεσοτόπου καλεί στο χωριό, όλους όλη την τελευταία εβδομάδα της Αποκριάς και ιδιαίτερα την Κυριακή. Και υπόσχονται οι άνθρωποι του «γλέντια, αυθόρμητα, συσσίτια και φυσικά τους μοναδικούς και επιβλητικούς κουδουνάτους με τους ήχους των αμέτρητων κουδουνιών τους». Μαζί και νόστιμοι μεζέδες, άφθονο ούζο και παραδοσιακή κολοκυθόπιτα με την φροντίδα του Αγροτοτουριστικού Συνεταιρισμού Γυναικών Μεσοτόπου.
Στον κόσμο
Μόνο οι Καθολικοί και οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί γνωρίζουν τις απόκριες, ενώ στην προτεσταντική βόρεια Ευρώπη δεν υπάρχουν. Στην Κολωνία και άλλες πόλεις του Ρήνου και στην Γερμανία, το Καρναβάλι είναι σημαντικό κομμάτι της τοπικής παράδοσης και της κριτικής εναντίον της πολιτικής. Σύλλογοι και οργανώσεις προετοιμάζονται όλο το χρόνο για αυτές τις ημέρες. Επίσης σημαντικό Καρναβάλι παρουσιάζουν η Βενετία και η Νίκαια στη Γαλλία. To Καρναβάλι του Ρίο ντε Τζανέιρο θεωρείται το μεγαλύτερο του κόσμου και πολυπληθέστερο σε μια φαντασμαγορική κάθε φορά παρουσίαση όπου συνδυάζεται με παραδοσιακούς ξέφρενους χορούς όπως η Σάμπα.
